
Στον 35ο τακτικό ανακριτή καλούνται όλοι όσοι εμπλέκονται στην υπόθεση, που περιλαμβάνει και τη δολοφονία ηγετικών στελεχών της Greek Mafia με εντολή του «αόρατου» αρχηγού, με τον κωδικό όνομα «Η Φωνή».
Μέσα σε 80 σελίδες, το Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος ξετυλίγει τη δράση της συμμορίας των «τσιγαράδων» από το Καζακστάν, που «εισέβαλαν» για τα καλά στους κόλπους του οργανωμένου εγκλήματος στη χώρα μας. Έκαναν «απόβαση» στη Μύκονο, διεκδικώντας την προστασία επιχειρήσεων και φέρονται να πρωτοστάτησαν στο ξεκαθάρισμα λογαριασμών στους κόλπους της Greek Mafia, με τις δολοφονίες ηγετικών στελεχών της.
H δικογραφία έχει ήδη φτάσει στα χέρια του 35ου Τακτικού Ανακριτή, ο οποίος έχει αρχίσει να αποστέλει κλήσεις σε όλους τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση, η οποία, όπως αναφέρεται στα έγγραφα, περιλαμβάνει «εκβιάσεις, αρπαγές, εκρήξεις, εμπρησμούς, σωματικές βλάβες, και απειλές», στο πλαίσιο της διαμάχης τους με άλλες εγκληματικές οργανώσεις, με το ίδιο παράνομο αντικείμενο.
Η πιο σοβαρή κατηγορία είναι η «πραγματοποίηση ανθρωποκτονιών (συμβολαίων θανάτου) και, σύμφωνα με τα έγγραφα, «οι εν λόγω καταγγελίες και πληροφορίες αξιολογήθηκαν συνδυαστικά με πράξεις που τελέστηκαν ήδη από το 2022 σε όλη την ελληνική επικράτεια».
Ξεχωριστό ρόλο στη δικογραφία καταλαμβάνει ο E.D., που οι Αρχές θεωρούν ως τον αρχηγό της συμμορίας, χαρακτηρίζεται «αγνώστου διαμονής» και θεωρείται βέβαιο ότι διαμένει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, πιο συγκεκριμένα στο Ντουμπάι.
Το παρατσούκλι του είναι «Η Φωνή» και, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, «το τελευταίο χρονικό διάστημα η Υπηρεσία μας έγινε αποδέκτης καταγγελιών και πληροφοριών που αφορούσαν κυρίως την δράση επικίνδυνης Εγκληματικής Οργάνωσης με αρχηγό τον E.D. (αναφέρεται το πλήρες όνομα) ο οποίος βρίσκεται εκτός Ελλάδας. Στην οργάνωσή του έχουν ενταχθεί Έλληνες κυρίως με καταγωγή από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και άλλοι με παράνομη δραστηριότητα σε όλη την Ελλάδα».
Στο τέλος της δικογραφίας υπάρχει εκτενής αναφορά και στα αντίποινα που δέχθηκαν οι «τσιγαράδες» από το Καζακστάν, οι οποίοι εισέβαλαν με ορμή στο οργανωμένο έγκλημα. Αρχικά υπήρξε ο άγριος ξυλοδαρμός ενός φερόμενου μέλους της οργάνωσης από τέσσερα άτομα μέσα στο πρακτορείο ΟΠΑΠ που διατηρεί στα νότια προάστια, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί βαριά τραυματισμένος στο νοσοκομείο.
Ακολούθησαν, όπως αναφέρουν τα έγγραφα, επιθέσεις με αυτοσχέδιους εμπρηστικούς μηχανισμούς σε οικίες άλλων εμπλεκομένων μελών της οργάνωσης, σε δρόμους όπου διέμεναν συγγενικά τους πρόσωπα, σε μια μεταφορική εταιρεία, καθώς και εμπρησμοί σε αυτοκίνητά τους.
Οι σοκαριστικές καταγγελίες, η Μύκονος και η άρση απορρήτου
Εξετάζοντας τη δικογραφία, η αναλυτική περιγραφή των καταγγελιών που περιήλθαν σε γνώση των Αρχών μετά τις έρευνες που έγιναν σε διάφορες περιοχές της χώρα σοκάρει, αρχικά με την αναφορά στον αρχηγό της οργάνωσης: «Ο E.D. είναι ο ηθικός αυτουργός στις ανθρωποκτονίες που τελέστηκαν σε βάρος των Σκαφτούρου Ιωάννη, Ρουμπέτη Βασιλείου και Ζαμπούνη Ευάγγελου, ενώ είναι σε ανοιχτή κόντρα με τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της “νύχτας”».
Οι «τσιγαράδες» όμως δεν περιορίστηκαν μόνο σε αυτούς, αφού όπως επισημαίνεται είχαν βάλει και άλλους στο στόχαστρό τους, προκειμένου να κυριαρχήσουν στον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος: «Στο κέντρο της Αθήνας συνελήφθησαν από την Αστυνομία κάποια άτομα που έφτασαν στην Ελλάδα με εντολή του E.D. με σκοπό να δολοφονήσουν τους Βλαστό Παναγιώτη και Μοσχούρη Γεώργιο και στη συνέχεια να αναλάβουν τα ηνία στο χώρο της νύχτας».
Η εγκληματική οργάνωση του «αόρατου» αρχηγού θέλησε να αναλάβει και τα ηνία στο νησί των ανέμων, όπου «επέκτεινε τη δραστηριότητά της με στόχο να κυριαρχήσουν στον χώρο της νύχτας». Κυρίαρχο ρόλο στην αποκάλυψη της όλης υπόθεσης διαδραμάτισε άγνωστος άνδρας, που κατέθεσε σωρεία πληροφοριών «και προς απόδειξη των όσων ανέφερε ζήτησε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Υπηρεσίας μας, προκειμένου να αποστείλει υλικό».
Οι έμπειροι αστυνομικοί που χειρίστηκαν την υπόθεση των «τσιγαράδων» από το Καζακστάν έλαβαν email με δύο βίντεο και ένα αρχείο ήχου και κατόπιν ανάλυσης και έρευνας των πληροφοριών ταυτοποίησαν τόσο τα πρόσωπα όσο και τις τελεσθείσες εγκληματικές πράξεις. Αυτές είναι εικοσιμία (21) τον αριθμό και περιλαμβάνουν εκρήξεις αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών, δύο μονές και μια διπλή ανθρωποκτονία, αρπαγή ατόμων, εμπρησμούς, σωματικές βλάβες και απόπειρα έκρηξης.
«Οι παραπάνω καταγγελίες κρίθηκαν βάσιμες» αναφέρεται χαρακτηριστικά στο έγγραφο, «δεδομένου ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται είναι πράγματι υπαρκτά και μάλιστα έχουν απασχολήσει επανειλημμένως τις Διωκτικές Αρχές με την οργανωμένη παράνομη δραστηριότητά τους...».
Προκειμένου να διερευνήσουν ενδελεχώς την υπόθεση οι αστυνομικοί ζήτησαν με επτά βουλεύματα την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για συγκεκριμένους αριθμούς τηλεφώνων ενώ ακολούθησε «η καταγραφή κάθε επικοινωνίας ή δραστηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου ή εικόνας ή με άλλα ειδικά τεχνικά...».
Στις σελίδες της δικογραφίας περιγράφεται αναλυτικά η δράση της ομάδας με αρχηγό αυτόν με παρατσούκλι «Η Φωνή» και τονίζεται ότι «η εγκληματική οργάνωση υπό την ηγεσία του E.D. εκτελούσε τις παράνομες δραστηριότητές της, σε όλη την Ελλάδα με τον ίδιο να διευθύνει και να συντονίζει τις ενέργειες της Οργάνωσης από το Ντουμπάι. Παρά την απόσταση διατηρούσε πλήρη έλεγχο και κατεύθυνση της εγκληματικής δράσης δίνοντας συγκεκριμένες εντολές για την εκτέλεση σοβαρών εγκλημάτων, όπως το λαθρεμπόριο καπνικών προϊόντων, εκβιάσεις, ανθρωποκτονίες και άλλες βίαιες επιθέσεις».
Στη δικογραφία αναφέρονται επίσης τα ονόματα του σκληρού πυρήνα έμπιστων μελών της οργάνωσης, τέσσερα από τα οποία ήταν έγκλειστοι σε σωφρονιστικά ιδρύματα και «λειτουργούσαν ως διοικητικοί συντονιστές, εκτελώντας τις εντολές του αρχηγού...».
Πιο κάτω σημειώνεται: «Ο πρωταρχικός σκοπός της εγκληματικής οργάνωσης είναι η απόλυτη κυριαρχία στον χώρο της παρανομίας, τόσο στην Αττική όσο και σε τουριστικά κέντρα όπως η Μύκονος, όπου το οργανωμένο έγκλημα έχει υψηλά κέρδη».
Μέλος της Οργάνωσης σύμφωνα με τα έγγραφα προσέγγισε τον έναν εκ των δύο επιχειρηματιών Α.Γ. -ο οποίος βρισκόταν σε δικαστική διαμάχη με τον συνεταίρο του Ν.Χ. για τη διαχείριση και τη λειτουργία εστιατορίου στον Καλαφάτη- με ραντεβού σε κατάστημα επί της Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας.
Όπως τονίζεται στα έγγραφα «ο Ν.Χ. προκειμένου να υπερτερήσει αθέμιτα στην ανωτέρω διαμάχη έναντι του Α.Γ. και να τον εξαναγκάσει να αποχωρήσει από την ιδιοκτησία του εστιατορίου εξαγοράζοντας το ποσοστό ιδιοκτησίας του, ανέθεσε στον E.D. να απειλήσει τόσο τον ίδιο όσο και στενό συνεργάτη του. Παράλληλα άγνωστα άτομα κατόπιν εντολής του E.D. καθημερινά εμφανίζονταν στο κατάστημα και απειλούσαν υπαλλήλους...».
Ακολούθως επισημαίνεται ότι «προτού ο Ν.Χ. απευθυνθεί γι’ αυτό τον σκοπό στον E.D. είχε απευθυνθεί για τον ίδιο σκοπό και στους Βλαστό Παναγιώτη και Μοσχούρη Γεώργιο, άτομα που επανειλημμένως έχουν κατηγορηθεί κατά το παρελθόν ως αρχηγοί εγκληματικών οργανώσεων».
Κατά τη διάρκεια συνομιλίας μέλους της εγκληματικής οργάνωσης των «τσιγαράδων» με τον Α.Γ., το μέλος της οργάνωσης του εξήγησε ότι παίρνουν αυξημένα μέτρα ασφαλείας, τονίζοντας μάλιστα στον επιχειρηματία: «Αυτοί προσέχουνε πάρα πολύ. Δεν μπορεί να τους βρει κανένας... Είναι φαντάσματα».
Η συνάντηση στη Μύκονο
Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές που κοντράρονται για το επίμαχο εστιατόριο συναντήθηκαν στις 31 Αυγούστου του 2024 σε μια κάβα επί της επαρχιακής οδού Μυκόνου-Άνω Μεράς και η συνομιλία τους καταγράφηκε νόμιμα με ειδικά τεχνικά μέσα ήχου.
Ο Ν.Χ. που προσήλθε μαζί με τον γιο του Κ.Χ. στη συνάντηση με τον επιχειρηματία Α.Γ. τον άκουσε σύμφωνα με τη δικογραφία δυσαρεστημένο. «Εξέφρασε παράπονα σε βάρος τους για τη συμπεριφορά τους απέναντι στον ίδιο και τους υπαλλήλους που είχε τοποθετήσει ο ίδιος στο εστιατόριο». Από την πλευρά του ο Ν.Χ. «εξέφρασε παράπονα σε βάρος του Α.Γ. και μιας υπαλλήλου του, την οποία μεταξύ άλλων κατηγόρησε ότι παρακρατούσε παράνομα χρήματα της επιχείρησης καθώς και ότι τον επηρέαζε αρνητικά απέναντί τους».
Η συνέχεια της συνομιλίας είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική, αφού «ο Α.Γ εξέφρασε παράπονα στον Ν.Χ. για τη συμπεριφορά του να απευθυνθεί» στον αρχηγό των «τσιγαράδων» από το Καζακστάν, «προσφέροντάς του αμοιβή 1.000.000 ευρώ για να τον απειλήσει και να του προκαλέσει βλάβη, ώστε αυτός να παραιτηθεί από τις αξιώσεις του από το κατάστημα και να τον σκοτώσει σε περίπτωση άρνησής του».
Τα όσα είπε έφεραν την έντονη αντίδραση του Ν.Χ. ο οποίος «αρνήθηκε οποιαδήποτε τέτοια ανάθεση στον E.D., παραδεχόμενος ωστόσο ότι είχε όντως πραγματοποιήσει επαφή» με τον προαναφερόμενο αρχηγό της οργάνωσης.
Το έκανε «μέσω τρίτου ατόμου το οποίο δεν ονομάτισε αλλά το είχε κάνει φοβούμενος ο ίδιος αντίστοιχες ενέργειες από τον Α.Γ.» μετά από ένα περιστατικό συμπλοκής του τελευταίου με τον άλλο γιο του Ε.Χ., όπως αποκαλύπτουν οι σελίδες της δικογραφίας.
Η συνάντηση δεν απέφερε καρπούς, ενώ στη συνέχεια των εγγράφων αποκαλύπτεται ότι ο Α.Γ. από τον Ιούνιο του 2024 είχε προσέλθει αυτοβούλως στις αρχές και δήλωσε ότι απειλήθηκε από άγνωστο άτομο λόγω της αντιδικίας και της επαγγελματικής-οικονομικής διαφοράς που είχε με τον Ν.Χ.
«Την 19-06-24» επισημαίνεται «έτερο ή το ίδιο άτομο κάλεσε εκ νέου τον Α.Γ. και απαίτησε από αυτόν να παραιτηθεί από όποια αξίωση έχει από τη [...] και να δεχθεί το χρηματικό ποσό που του προσέφερε ο Ν.Χ. (20.000.000 ευρώ) λέγοντάς του χαρακτηριστικά: “... θα πάρεις ότι χρήματα σου έχει προτείνει ο Ν.Χ. και θα φύγεις από τη [...] θες δεν θες. Ακόμη και αν νομίζεις ότι θα κερδίσεις δικαστικά τη διοίκηση, δεν πρόκειται να σε αφήσουμε να δουλέψεις”».
Όπως σημειώνεται στη συνέχεια, ο επιχειρηματίας ενημερώθηκε από υπαλλήλους του εστιατορίου ότι στο ανωτέρω χρονικό διάστημα παρατηρήθηκε η παρουσία αρχικά τεσσάρων και ακολούθως οχτώ ανδρών «αυξημένης σωματικής διάπλασης (φουσκωτών) εκ των οποίων οι δύο τουλάχιστον ήταν ένοπλοι και τον αναζητούσαν, αφού σχολίαζαν συνεχώς ενώπιον υπαλλήλων φράσεις όπως “Άντε, πότε θα έρθει ο Α.;’’».
Τελικά, ο επιχειρηματίας δεν πήγε ποτέ εκείνο το διάστημα στο εστιατόριο, γλιτώνοντας προφανώς τα χειρότερα σε αυτή την υπόθεση, μία μόνο από αυτές που περιλαμβάνονται στη δικογραφία των «τσιγαράδων», που τα ήθελαν όλα.