
Σε όσους ενδεχομένως απαντούσαν καταφατικά, την απάντηση δίνει ξεκάθαρα η Άγκυρα σχεδόν καθημερινά με προκλητικές δηλώσεις και απειλές της τουρκικής ηγεσίας, καθώς και με τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική της στην ευρύτερη περιοχή.
Συγκεκριμένα, την πραγματικότητα ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» όχι μόνο δεν αποδίδει, αλλά ενθαρρύνει την τουρκική επιθετικότητα, επιβεβαίωσαν οι χθεσινές απειλές και η σκληρή επίθεση κατά της Ελλάδας, που εξαπέλυσε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν.
Σε συνέντευξή του στο τουρκικό δίκτυο TGRT Haber, ο Φιντάν έφτασε στο σημείο να αναμειχθεί στα εσωτερικά της χώρας μας και να αφήσει σαφείς απειλές περί «στρατηγικών συνεπειών» που, όπως είπε, «θα πληρώσει ο ελληνικός λαός και το κράτος του». Μάλιστα, προειδοποίησε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να ανοίγει την πόρτα σε κρίσεις που μπορούν να της επιφέρουν γεωστρατηγικό κόστος.
Οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν τυχαίες, καθώς έρχονται συστηματικά να προστεθούν ως ψηφίδα στον καμβά των τουρκικών προκλήσεων και στη συνέχιση της αναθεωρητικής πολιτικής της γείτονας χώρας.
Αποδεικνύουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η στρατηγική κατευνασμού του υπουργείου Εξωτερικών και των «ήρεμων νερών» απέναντι στην Άγκυρα έχει οδηγήσει σε εντελώς αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.
Η πολιτική αυτή, που υιοθετήθηκε με σκοπό την αποκλιμάκωση των ελληνοτουρκικών εντάσεων και την εγκατάλειψη του τουρκικού αναθεωρητισμού, φαίνεται πως όχι μόνο δεν πέτυχε τον στόχο της, αλλά έχει μετατραπεί σε εργαλείο της τουρκικής επεκτατικής στρατηγικής. Η Άγκυρα συνεχίζει ακάθεκτη την αναθεωρητική και επεκτατική πολιτική της είτε πρόκειται για το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», είτε για την Κύπρο με τη στρατιωτική ενίσχυση στο ψευδοκράτος, είτε με την παρεμπόδιση πόντισης του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης, είτε αμφισβητώντας τον χωροταξικό σχεδιασμό και την ελληνική δικαιοδοσία για αεροναυτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, είτε αφορά τη Λιβύη με την προοπτική κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου και από τον στρατάρχη Χαφτάρ και το λιβυκό κοινοβούλιο.
Με λίγα λόγια, επιδιώκει να κατοχυρώσει πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ειδικά στη Λιβύη, η πολιτική των «ήρεμων νερών» και η ελληνική αδράνεια εξέθρεψαν τις διπλωματικές προσπάθειες της Τουρκίας να τα βρει και με τον Χαφτάρ. Η ελληνική εξωτερική πολιτική έμεινε ουσιαστικά «θεατής» των εξελίξεων, σε μια χώρα κρίσιμη για τις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου.
Το κενό αυτό εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο η Τουρκία και προσέγγισε την πλευρά του Χαφτάρ, κάτι αδιανόητο πριν από λίγα χρόνια, προτείνοντας τεχνική συνεργασία σε τομείς όπως η ενέργεια, η ανοικοδόμηση υποδομών και ο στρατιωτικός εξοπλισμός. Και το πέτυχε χωρίς να διακινδυνεύσει τις σχέσεις της με τη Δυτική Λιβύη.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία απέκτησε επιρροή και στα δύο «στρατόπεδα» της λιβυκής σύγκρουσης.
Ανάλογη περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί η Αίγυπτος, σημαντικός περιφερειακός αντίπαλος της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Κι εδώ η Άγκυρα, εκμεταλλευόμενη την ελληνική αδράνεια και την έλλειψη γεωπολιτικού οράματος και πυγμής, στρώνει γέφυρες με το Κάιρο για να οικοδομήσει μια στρατιωτική και ενεργειακή συμμαχία. Όπως έκανε γνωστό η αιγυπτιακή εφημερίδα Asharq Al Awsat, η Άγκυρα και το Κάιρο υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης για την κατασκευή μαχητικού drone τουρκικής κατασκευής.
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» που υιοθέτησε η Ελλάδα, ενδεχομένως με το σκεπτικό της αποφυγής κρίσεων, άφησε πεδίο δράσης στην Τουρκία. Η μη κεφαλαιοποίηση των σχέσεων με την Ανατολική Λιβύη οδήγησε στην απώλεια μιας στρατηγικής ευκαιρίας για γεωπολιτική παρουσία και αναχαίτιση της τουρκικής επιρροής.
Με αποτέλεσμα σήμερα να βρισκόμαστε στην παραμονή κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου και από την Ανατολική Λιβύη. Εάν τελικά κυρωθεί και από το λιβυκό κοινοβούλιο, ενισχύει de facto τις τουρκικές διεκδικήσεις και δημιουργεί νέα τετελεσμένα σε σχέση με την καταρχήν ελληνολιβυκή συμφωνία για συζητήσεις οριοθέτησης της ΑΟΖ.
Η κλιμάκωση της επιθετικότητας της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και η οικοδόμηση ενός περιφερειακού περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο, στο οποίο θα έχει η ίδια τον πρώτο λόγο, δείχνει ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» όχι μόνο δεν αποτρέπει τις προκλήσεις, αλλά τις ενθαρρύνει.
Η Τουρκία, παρόλο που προβάλλει μια εικόνα πολιτικής «ήρεμων νερών», στην πραγματικότητα εργαλειοποιεί αυτήν την πολιτική για να εδραιώσει και να προωθήσει την αναθεωρητική της ατζέντα στην περιοχή.
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» χρησιμοποιείται ως μέσο από την Τουρκία για να δημιουργηθεί μια φαινομενική σταθερότητα, να υπνωτίσει την Ελλάδα και να αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να αμφισβητεί το υφιστάμενο περιφερειακό status quo στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.