«Σήμερα, αυτή η πολύ-επίπεδη σχέση έχει μετουσιωθεί σε μία ισχυρή συμμαχία που παράγει ήδη καρπούς. Από την άμυνα έως την ενέργεια και από την εκπαίδευση έως τον τουρισμό, Ελλάδα και Γαλλία συνεργάζονται στενά επιτυγχάνοντας απτά αποτελέσματα προς όφελος των δύο λαών και της Ευρώπης στο σύνολό της», αναφέρει ανάμεσα σε άλλα ο κ. Τασούλας.
Η δήλωση του Κωνσταντίνου Τασούλα:
Ελλάδα και Γαλλία συνδέονται με ιστορικούς δεσμούς φιλίας. Οι δύο λαοί, άλλωστε, βρίσκονταν ανέκαθεν στο ίδιο μετερίζι στις μεγάλες μάχες της ανθρωπότητας για ελευθερία και ειρήνη.
Οι Έλληνες δεν ξεχνούν τη συμπαράσταση της Γαλλίας στον αγώνα για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 και για την ένταξη της χώρας στην EOK, καθώς και για την παραμονή της στην ευρωζώνη, στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Εκτιμούμε, επίσης, τη σταθερή στάση αρχών που τηρεί η Γαλλία στο Κυπριακό ζήτημα, το οποίο παραμένει ένα διεθνές πρόβλημα παράνομης εισβολής και κατοχής.
Σήμερα, αυτή η πολύ-επίπεδη σχέση έχει μετουσιωθεί σε μία ισχυρή συμμαχία που παράγει ήδη καρπούς. Από την άμυνα έως την ενέργεια και από την εκπαίδευση έως τον τουρισμό, Ελλάδα και Γαλλία συνεργάζονται στενά επιτυγχάνοντας απτά αποτελέσματα προς όφελος των δύο λαών και της Ευρώπης στο σύνολό της.
Πρόσφατα, μάλιστα, Ελλάδα και Γαλλία, επιδεικνύοντας μία πρωτοφανή στάση αλληλεγγύης, ανταποκρίθηκαν από κοινού στο αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας για αμυντική συνδρομή, υπό το φως των συνεπειών της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Εξάλλου, τις δύο χώρες χαρακτηρίζει κοινότητα αξιών και αντιλήψεων ως προς το δέον γενέσθαι για την αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων, με τις οποίες είναι αντιμέτωπη σήμερα η Ευρώπη και ο κόσμος μας.
Μετανάστευση, ενεργειακή ασφάλεια, οικονομική σταθερότητα, ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, κοινή αμυντική θωράκιση, αποτελούν ορισμένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα, στα οποία Ελλάδα και Γαλλία συμπλέουν.
Πιστεύω, λοιπόν, ακράδαντα ότι σε μία εποχή ραγδαίων γεωπολιτικών αλλαγών και αλλεπάλληλων κρίσεων, η σύμπλευση Ελλάδας και Γαλλίας λειτουργεί όχι μόνον ως φορέας ασφάλειας και σταθερότητας αλλά και ως υπόδειγμα συνεργασίας στην προσπάθεια της Ευρώπης να κατακτήσει τη στρατηγική της αυτονομία, με προσήλωση στις αρχές της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και του σεβασμού στο διεθνές δίκαιο.