Κάλεσμα για συσπείρωση ανταρτικών οργανώσεων στην Κολομβία και ευρύτερα στη Λατινική Αμερική ενάντια στον παρεμβατισμό των Ηνωμένων Πολιτειών απηύθυνε ο επικεφαλής της μεγαλύτερης παράταξης διαφωνούντων των πρώην FARC, στον απόηχο της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης στη Βενεζουέλα που οδήγησε στη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο.
Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα που δόθηκε στη δημοσιότητα, ο Νέστορ Γκρεγκόριο Βέρα Φερνάντες, γνωστός με το προσωνύμιο «Ιβάν Μορδίσκο», κάλεσε τους αντάρτες να παραμερίσουν τις εσωτερικές τους διαφορές και να ενωθούν απέναντι σε αυτό που χαρακτήρισε κοινή απειλή από τις ΗΠΑ.
«Σήμερα έχουμε κοινό εχθρό»
Ο Ιβάν Μορδίσκο, ηγετική μορφή της EMC, ομάδας διαφωνούντων που αποσχίστηκε από τις FARC, τόνισε ότι οι ιστορικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των ανταρτικών οργανώσεων δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο σε μια ευρύτερη συμμαχία. «Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν διαφορές που κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ μας, αλλά σήμερα αντιμετωπίζουμε έναν κοινό εχθρό», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η έκκληση αυτή έρχεται λίγες ημέρες μετά την αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα, η οποία, σύμφωνα με τις αρχές του Καράκας, προηγήθηκε της σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο και έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε κυβερνήσεις και πολιτικές οργανώσεις της περιοχής.
Η EMC αποτελεί μία από τις ισχυρότερες ένοπλες ομάδες που απέρριψαν την ειρηνευτική συμφωνία του 2016 μεταξύ των FARC και της κυβέρνησης της Κολομβίας, η οποία είχε στόχο τον τερματισμό δεκαετιών ένοπλης σύγκρουσης. Οι διαφωνούντες αντάρτες συνέχισαν τη δράση τους, επικαλούμενοι πολιτικές και ιδεολογικές διαφωνίες με τη διαδικασία αφοπλισμού.
Αντίκτυπος σε περιφερειακό επίπεδο
Το μήνυμα του Ιβάν Μορδίσκο δεν περιορίστηκε μόνο στην Κολομβία, αλλά απευθύνθηκε σε αντάρτικες και ένοπλες οργανώσεις σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για κοινό μέτωπο απέναντι στην επιρροή και τις στρατιωτικές παρεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.
Οι εξελίξεις προκαλούν ανησυχία για ενδεχόμενη αναζωπύρωση της ένοπλης βίας στη βόρεια Νότια Αμερική, σε μια περίοδο κατά την οποία η ένταση μεταξύ Ουάσινγκτον και κυβερνήσεων της περιοχής βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα μετά τα γεγονότα στη Βενεζουέλα.