
Σημαντικές εξελίξεις σημειώνονται στο αμερικανικό Κογκρέσο, καθώς η συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο τίθεται υπό εξέταση μέσω σειράς τροπολογιών που κατατέθηκαν στο νομοσχέδιο για τον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ (NDAA). Οι προτάσεις αυτές δεν περιορίζονται σε απλές διαπιστώσεις, αλλά επιχειρούν να αναλύσουν την τουρκική πολιτική υπό το πρίσμα των αμερικανικών συμφερόντων ασφαλείας, φέρνοντας στο προσκήνιο ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τη σταθερότητα της περιοχής.
Τι προβλέπουν οι τροπολογίες
Οι τροπολογίες που κατατέθηκαν περιλαμβάνουν:
- Προσωρινή απαγόρευση πώλησης όπλων στην Τουρκία, μέχρις ότου η αμερικανική κυβέρνηση πιστοποιήσει ότι έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα για την αποθάρρυνση της Άγκυρας από παραβιάσεις της κυριαρχίας των συμμάχων της.
- Αξιολόγηση των κινδύνων ασφαλείας από την τουρκική κατοχή της Κύπρου, με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις για τις ΗΠΑ και τους στρατηγικούς τους εταίρους.
- Ανασκόπηση των σχέσεων της Τουρκίας με τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως η Χαμάς, που προκαλούν ανησυχία τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
Πίσω από αυτές τις πρωτοβουλίες βρίσκονται οι Δημοκρατικοί βουλευτές Νταν Γκόλντμαν (Νέα Υόρκη) και Τζος Γκότχαιμερ (Νιου Τζέρσεϊ), ενώ καθοριστικό ρόλο στην προώθηση των τροπολογιών είχε η ελληνοαμερικανική ομογένεια, με την ενεργή συμμετοχή του Αμερικανικού Ελληνικού Ινστιτούτου (AHI) και του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC).
Η τροπολογία Γκόλντμαν για την Κύπρο: Έκθεση για τις απειλές ασφαλείας
Ο βουλευτής Νταν Γκόλντμαν κατέθεσε τροπολογία στο NDAA, ζητώντας την εκπόνηση αναλυτικής έκθεσης για τις απειλές ασφαλείας που απορρέουν από την τουρκική κατοχή της Κύπρου. Η έκθεση θα πρέπει να υποβληθεί στο Κογκρέσο εντός 180 ημερών από τον Υπουργό Άμυνας, σε συνεργασία με την Υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας και τη Διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Η έκθεση θα καταγράφει:
- Τους κινδύνους ασφαλείας για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, όπως το Ισραήλ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία.
- Την παρουσία τρομοκρατικών οργανώσεων στις κατεχόμενες περιοχές, όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης.
- Χρονολογική ανασκόπηση τρομοκρατικών επιθέσεων στην Κύπρο και στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας, με αναφορά στον ρόλο των κατεχόμενων περιοχών.
- Εκτίμηση απειλών κατά αμερικανικών δυνάμεων και εγκαταστάσεων στην Κύπρο και στις βάσεις.
- Τον βαθμό εμπλοκής ή ανοχής της Τουρκίας σε τρομοκρατικές ενέργειες, περιλαμβανομένης της διευκόλυνσης μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
- Τη χρήση αμερικανικών όπλων από την Τουρκία που συνδέεται με την κατοχή ή με τρομοκρατικές ενέργειες.
- Την καταγραφή οποιονδήποτε μέτρων έχει λάβει η Άγκυρα για την αποτροπή τέτοιων επιθέσεων.
Η τροπολογία Γκότχαιμερ για περιορισμό πώλησης όπλων στην Τουρκία
Η δεύτερη τροπολογία, από τον βουλευτή Τζος Γκότχαιμερ, θέτει αυστηρούς περιορισμούς στη μεταβίβαση αμερικανικών όπλων και αμυντικών υπηρεσιών προς την Τουρκία, έως ότου η Άγκυρα συμμορφωθεί με συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται:
- Αναστολή πώλησης αμερικανικών όπλων, μέχρις ότου η αμερικανική κυβέρνηση παρουσιάσει τα βήματα που έχει κάνει για να αποθαρρύνει την Άγκυρα από παραβιάσεις της κυριαρχίας της Ελλάδας, της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων συμμάχων.
- Μέτρα αποτροπής αγοράς αμυντικών συστημάτων από αντιπάλους των ΗΠΑ, όπως συνέβη με την προμήθεια των ρωσικών S-400.
- Εξασφάλιση ότι αμερικανικά όπλα δεν χρησιμοποιούνται στην Κύπρο για τη διευκόλυνση της τουρκικής κατοχής, καθώς και αποτύπωση της κατάστασης των ήδη μεταβιβασμένων συστημάτων.
- Καταγραφή επιθέσεων εναντίον Αμερικανών στρατιωτών ή οικογενειών τους, και των μέτρων που λαμβάνει η τουρκική κυβέρνηση για την πρόληψη νέων επιθέσεων.
Μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης, ο Υπουργός Εξωτερικών θα πρέπει να ενημερώσει το Κογκρέσο πριν από οποιαδήποτε απόφαση για πώληση ή μεταβίβαση όπλων στην Τουρκία. Η διάταξη θα ισχύει για πέντε χρόνια από την έναρξη εφαρμογής του νόμου ή μέχρις ότου ο Πρόεδρος πιστοποιήσει ότι η Τουρκία έχει σταματήσει τις επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις κυριαρχίας εναντίον κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, συμμάχων εκτός ΝΑΤΟ ή της Κυπριακής Δημοκρατίας.